Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

Ολοκληρώθηκαν οι φετινές φοιτητικές εκλογές στην Φιλοσοφική

Στις φετινές φοιτητικές εκλογές θέσαμε ένα κατεξοχήν ερώτημα: "μία ψήφος μόνο φτάνει δημοκράτη να με κάνει;". Για μια ακόμη φορά η μεγάλη αποχή θέτει τα δικά της ερωτήματα που μας κάνουν να παιδευόμαστε με το πως θα αποκτήσουμε ξανά συλλογική καθημερινότητα, θα ζωντανέψουμε τους συλλόγους  μας και θα εκδημοκρατίσουμε τις διαδικασίες μας. Η απάντηση που επιδιώξαμε να δώσουμε στο αρχικό μας ερώτημα αξιώνει νομίζουμε να επικαθορίσει την κουβέντα γύρω απ τα ερωτήματα που θέτει η αποχή.
"Κι η απάντηση είναι όχι. Κι αυτό γιατί η δημοκρατία δεν είναι εργαλείο προς χρήση αλλά προϋπόθεση και συνθήκη της κοινωνίας που ονειρευόμαστε να οικοδομήσουμε. Γιατί η δημοκρατία δεν είναι ευκαιριακός τακτικισμός αλλά στρατηγική επιλογή για το πώς οργανωνόμαστε και αγωνιζόμαστε συλλογικά. Με αυτή την έννοια, μια ψήφος μόνο δεν φτάνει δημοκράτη να σε κάνει. Σου δίνει μάλλον την ευκαιρία. Από εκεί και πέρα πρέπει να συμμετέχεις, να συζητάς, να ενημερώνεσαι, να αγωνίζεσαι. Άλλωστε η δημοκρατία δεν είναι κατάσταση αλλά διακύβευμα και επομένως η εγρήγορση όρος ύπαρξης της."

Υπό αυτό το πρίσμα χαιρόμαστε με την εκλογική ενίσχυση του σχήματός μας και σίγουρα θα λειτουργήσει θετικά προκειμένου να ξεδιπλώσουμε και να κοινωνικοποιήσουμε τα δικά μας ριζοσπαστικά προτάγματα για το πανεπιστήμιο και την κοινωνία που ονειρευόμαστε. Μέσα από τις δημοκρατικές διαδικασίες των φοιτητικών συλλόγων, στο δρόμο του ανυποχώρητου αγώνα για την οριστική ανατροπή του νεοφιλελευθερισμού όπου αυτός έχει βρει καταφύγιο!



                                    Ψήφισαν                                  Έγκυρα                      Άκυρα
2015:                             1.831                                       1.787                           44
2014:                             1.727                                       1.700                           27


Παρατάξεις/σχήματα
ψήφοι 2015
ποσοστό 2015
ψήφοι 2014
ποσοστό 2014
ΔΑΠ
652
36,49%
614
36,12%
ΠΚΣ
582
32,57%
509
29,94%
ΕΑΑΚ
257
14,38%
330
19,41%
ΑΡΕΝ
154
8,62%
110
6,47%
ΠΑΣΠ
69
3,86%
67
3,94%
Πορεία
37
2,07%
40
2,35%
Αγ. Κινήσεις
20
1,12%
10
0,59%
Λευκά
16
0,90%
20
1,18%

Στο Διοικητικό Συμβούλιο του συλλόγου μας η ΔΑΠ λαμβάνει 4 έδρες, η ΠΚΣ επίσης 4 έδρες, τα ΕΑΑΚ 2 έδρες και η ΑΡΕΝ 1 εδρα.

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

Ούτε βήμα πίσω: Παλεύουμε για όλα!


Η κρίση ως ευκαιρία και η Αριστερά στο προσκήνιο

Στις τράπεζες λεφτά στη νεολαία σφαίρες ”, είναι το σύνθημα που συμπυκνώνει την οργή και την αμφισβήτηση του Δεκέμβρη του '08. Ένα ακραίο συμβάν κρατικής καταστολής, στα πλαίσια της σύγχρονης καπιταλιστικής βαρβαρότητας, στάθηκε η αφορμή για να πυροδοτήσει, πέρα από μια κοινωνική εξέγερση, ευρύτερες διεργασίες αμφισβήτησης του νεοφιλελεύθερου δόγματος. Μέσα στα 30 χρόνια ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού, που συμπυκνώνεται στη λογική του “there is no alternative”, η αναβάθμιση της καταστολής αποτέλεσε το αναγκαίο συμπλήρωμα των πολιτικών που βλέπουν τα κέρδη πάνω απ’ τους ανθρώπους και την ανάπτυξη των αγορών και του τραπεζικού συστήματος ως μονόδρομο της ιστορίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της λογικής αποτελούν οι πολιτικές λιτότητας και αυταρχισμού, που δοκιμάζονται σήμερα μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του '08, προκειμένου το καπιταλιστικό σύστημα να ξεπεράσει τις δικές του δομικές κρίσεις.

Εργαστήρι γι αυτές τις πολιτικές σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποτέλεσε η Ελλάδα με την είσοδό της στο μηχανισμό στήριξης του ΔΝΤ και την ταυτόχρονη μετατροπή της τραπεζικής κρίσης σε κρίση χρέους. Η συνακόλουθη εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών μετέφερε το βάρος της κρίσης στην κοινωνία, την οποία έφερε αντιμέτωπη με την ανεργία, την απελευθέρωση των απολύσεων, την κατάρρευση του κράτους πρόνοιας και την υπονόμευση των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων αλλά και των δημοκρατικών ελευθεριών. Η ανάγνωση της κρίσης αυτής από τη ριζοσπαστική αριστερά, ως μιας δομικής κρίσης της αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων, σε διαλεκτική σχέση μ' ένα συλλογικό αίσθημα κοινωνικής αδικίας και αγανάκτησης, κατάφερε τελικά να τη νοηματοδοτήσει ως ευκαιρία. Έτσι, παρά το ασφυκτικό πλαίσιο, δημιουργήθηκαν πολύμορφες αντιστάσεις που σκιαγραφούν ένα εναλλακτικό υπόδειγμα οργάνωσης των κοινωνιών με βάση τις ανάγκες των πολλών. Αποκορύφωμα των διεργασιών αυτών αποτέλεσε το κίνημα των πλατειών, όπου με προτάγματα τη δημοκρατία και τη δικαιοσύνη, το αγανακτισμένο πλήθος έπαιρνε μορφές πολιτικού σώματος. Η οργανική σχέση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μ’ αυτές τις αντιστάσεις κατάφερε να συμπυκνώσει ένα νέο συσχετισμό δύναμης που αποτυπώθηκε στις διπλές εκλογές του '12, φέρνοντας την Αριστερά και τις ιδέες της στο προσκήνιο.

Η αντιφατική πορεία προς μια κυβέρνηση της Αριστεράς

Η ματαίωση και ο φόβος που προκάλεσε η ακροδεξιά κυβέρνηση Σαμαρά λειτούργησε ανασταλτικά στη συγκρότηση μαζικότερων και επιθετικότερων κινημάτων αντίστασης που εν τέλει θα μπορούσαν να ριζοσπαστικοποιήσουν και τον ίδιο το ΣΥ.ΡΙΖ.Α και να γειώσουν και κοινωνικά την υπόθεση της πολιτικής ανατροπής. Ωστόσο, η ύπαρξη ανυποχώρητων αγώνων (καθαρίστριες Υπ. Οικονομικών, σχολικοί φύλακες, διοικητικοί, Σκουριές) αλλά και εγχειρημάτων αλληλεγγύης και αυτοδιαχείρισης (κοινωνικά ιατρεία, ΒΙΟΜΕ, συνεταιρισμοί και κολεκτίβες) λειτούργησαν προωθητικά για την πολιτική ανατροπή που συντελείται μετά το σχηματισμό αριστερής κυβέρνησης. Οι μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις σε Ελλάδα και Ευρώπη προς υποστήριξη μιας διαδικασίας διαπραγμάτευσης που θα ακυρώνει το καθεστώς λιτότητας, ανέδειξαν τις πανευρωπαϊκές προεκτάσεις και επίδικα του εγχειρήματος της αριστερής κυβέρνησης στην Ελλάδα, προκειμένου να αφηγηθούμε από κοινού με τους λαούς της Ευρώπης το μέλλον μας με θετικό πρόσημο.

Προς την κατεύθυνση αυτή συμβάλλει η προσπάθεια για την ανάσχεση της ανθρωπιστικής κρίσης, αν και ο δυσμενής συσχετισμός δύναμης στην Ευρώπη δυσχεραίνει τη θέση της κυβέρνησης και την εφαρμογή του προγράμματός της που θα μπορούσε να τροφοδοτήσει ευρύτερες κι υλικότερες τομές. Μοναδικό φορέα της υπέρβασης αυτού του ασφυκτικού πλαισίου, συνιστά ο λαϊκός παράγοντας εντασσόμενος σε μια αφήγηση ταξικά μεροληπτική στον ορίζοντα της εξουσίας των από κάτω. Αυτός ο λαϊκός παράγοντας σε μια διεθνιστική κατεύθυνση, μας απομακρύνει από εθνικές στρατηγικές που λειτουργούν υπονομευτικά για τα προτάγματα της Αριστεράς και λειτουργούν ανασχετικά για πολιτικές επιλογές που θα στρέφονται υπέρ των υποτελών και ενάντια στους πλούσιους. Μια τέτοια αφήγηση είναι προϋπόθεση προκειμένου η Αριστερά ν’ αμφισβητήσει την πολιτική υπόσταση του χρέους και να κάνει πολιτική με βάση τις ανάγκες. Άλλωστε και τα διακυβεύματα στο πεδίο της σύγκρουσης των ιδεών έχουν άμεσες υλικές αποτυπώσεις.

Αποφασιστικό χαρακτήρα για την τύχη του εγχειρήματος της αριστερής κυβέρνησης θα έχει και η αντιμετώπιση του φαινομένου της ανόδου της ακροδεξιάς και της απειλητικής εμφάνισης στο πολιτικό προσκήνιο νεοφασιστικών-νεοναζιστικών μορφωμάτων. Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται στο ''ελληνικό πρόβλημα'' της Χρυσής Αυγής, αλλά έχει πανευρωπαϊκή διάσταση. Εθνικιστικοί λόγοι που περιστρέφονται συχνά γύρω από αλυτρωτικές διεκδικήσεις, ρητορική μίσους προς ό,τι το διαφορετικό και ξένο (ομοφοβία, ξενοφοβία, ισλαμοφοβία), αντισημιτισμός και σεξισμός, όλα αυτά πολύ συχνά με ναζιστικές αναφορές, βρίσκουν δυστυχώς ανταπόκριση από ένα όλο και διευρυνόμενο ακροατήριο στην Ευρώπη. Σ’ αυτό το ιδεολογικό υπόβαθρο, σχηματίζονται και δρουν νεοφασιστικές-νεοναζιστικές οργανώσεις με εγκληματική δράση (π.χ. δολοφονία Κλεμάν Μερίκ στη Γαλλία), αλλά και λειτουργούν και πολιτικά κόμματα, τα οποία γνωρίζουν σημαντική απήχηση (ATAKA στη Βουλγαρία, Jobbik στην Ουγγαρία, Finns Party στη Φινλανδία κ.ά.), ενώ το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία διεκδικεί με αξιώσεις την εξουσία. Στην Ελλάδα η ανοιχτά εγκληματική δράση του νεοναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής (δολοφονίες Σαχζάτ Λουκμάν και Παύλου Φύσσα, δράση ταγμάτων εφόδου κ.ά.) και η σύλληψη της ηγετικής της ομάδας, δεν την εμπόδισε να παγιώσει την εκλογική της δύναμη, γεγονός που φανερώνει την εδραιωμένη πια απήχηση των ιδεών αυτών σ’ ένα σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας. Μάλιστα, ενόψει της δίκης του ηγετικού πυρήνα της, επιχειρείται να φιλοτεχνηθεί μια εικόνα παρεξηγημένων λαϊκών, πατριωτών αγωνιστών, αποκηρύσσοντας και αποσιωπώντας τις ναζιστικές καταβολές, ιδέες και πρακτικές της οργάνωσης. Απέναντι σ’ αύτη τη ζοφερή κατάσταση, η Αριστερά καλείται να ανατρέψει όσα και όσους έθρεψαν το ''αυγό του φιδιού'' και να δημιουργήσει εκείνους τους όρους, τόσο σε υλικό όσο και σε αξιακό επίπεδο, που θα συντρίβουν κάθε έρεισμα και κάθε πιθανότητα διάχυσης των ιδεών αυτών στην κοινωνία. Παράλληλα, μοιάζει πιο αναγκαία από ποτέ η συσπείρωση του αντιφασιστικού κινήματος σε πανευρωπαϊκό επίπεδο προς μια μαχητική κατεύθυνση προκειμένου ν’ αναχαιτιστεί αυτή η εξάπλωση του φασισμού και να βοηθηθεί η πολιτική και κοινωνική του εκθεμελίωση.

Ο σχηματισμός αριστερής κυβέρνησης αποτελεί πλέον επιλογή μεγάλων τμημάτων των “από κάτω” για να αναχαιτιστεί η μνημονιακή λαίλαπα. Με αυτήν την έννοια, η απολύτως αναγκαία έκκληση στους καταπιεσμένους να μην περιμένουν από κανένα σωτήρα να τους σώσει (ούτε από την Αριστερά), αλλά να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους, για να μη συρρικνώνεται σε ηθικολογία, δεν πρέπει να λειτουργεί εκ των προτέρων απορριπτικά στο σχηματισμό μιας τέτοιας κυβέρνησης, στο όνομα της αποτυχίας της. Αντίθετα, οφείλει να οικοδομεί στο τώρα εκείνους τους όρους που θα την πιέζουν προς τα αριστερά και κυρίως θα εξοπλίζουν το κίνημα και τους εργαζόμενους με τα αιτήματα, τα επιχειρήματα, τις μορφές αυτοοργάνωσης και αγώνα που θα τους επιτρέψουν να αξιοποιήσουν την αριστερή κυβέρνηση ως μεταβατικό όχημα στη διαδικασία της καπιταλιστικής υπέρβασης ή ακόμα στην περίπτωση ήττας της ως ασπίδα στην επακόλουθη καταστροφή.

Η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση

Στον αντίποδα της επικοινωνιακής διαχείρισης των διαπραγματεύσεων, ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να προετοιμάσει την κοινωνία για τις επικείμενες συγκρούσεις και η Αριστερά να οργανώσει τις κοινωνικές αντιστάσεις, κινούμενοι σε μια λογική εμβάθυνσης της διαδικασίας ριζοσπαστικοποίησης της κοινωνίας και εμπέδωσης μιας εναλλακτικής Ευρώπης των λαών στη βάση της αλληλεγγύης και της δημοκρατίας. Άμεσο επίδικο αποτελεί, η δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας αριστερά της αριστερής κυβέρνησης που θα προτάσσει την οργάνωση, τη δραστηριοποίηση, την πολιτική συμμετοχή.

Βασική επιδίωξη πρέπει να είναι η οργάνωση των εργαζομένων, που θα αντιτάσσεται στην εργοδοτική τρομοκρατία, που θα αποσπά πεδία εξουσίας απ’ το κεφάλαιο στην προοπτική του εργατικού ελέγχου, ενώ παράλληλα θα διεκδικούν μισθούς και δικαιώματα. Απάντηση στο τώρα για το ζήτημα της ανεργίας θα μπορούσε να είναι, πέρα απ’ τις ρήξεις που απαιτούνται στο οικονομικό πεδίο, η προώθηση ενός στρατηγικού σχεδίου δημιουργίας νέων αντιπαραδειγμάτων οργάνωσης της εργασίας που θα αξιοποιεί την νεανική δημιουργικότητα και το επιστημονικό μας κεφάλαιο, εντός ενός δημοκρατικού και χειραφετησιακού πλαισίου. Αυτές οι εργατικές διεκδικήσεις μαζί με μια δίκαιη φορολογική πολιτική είναι ικανές για μια ριζική αναδιανομή του πλούτου και για την οικοδόμηση ενός Δημοσίου στραμμένου στην κοινωνική μέριμνα. Ένα νέο Δημόσιο, ανοιχτό στην κοινωνία, υπό τον έλεγχο συλλογικών φορέων, με τη συμμετοχή πολιτών και κινημάτων και την αξιοποίηση εγχειρημάτων που λειτουργούν εκτός του κρατικού ελέγχου. Εντός αυτού του πλαισίου για ένα νέο Δημόσιο τοποθετούμε και τον αναγκαίο μετασχηματισμό του Πανεπιστημίου προς αυτό των δικών μας αναγκών και της κοινωνικής πλειοψηφίας. Σε αυτήν την κατεύθυνση καλείται να επαναλειτουργήσει η δημόσια ραδιοτηλεόραση, στη βάση του αντιπαραδείγματος που δημιούργησαν οι εργαζόμενοι από κοινού με την κοινωνία, όπως στην περίπτωση της αυτοδιαχειριζόμενης ΕΤ3. Επιπλέον, κινήματα αξιοποίησης των δημόσιων χώρων μπορούν να λειτουργήσουν προωθητικά για την συγκρότηση μετώπων ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις αλλά και προς την επίλυση αναγκών όπως το στεγαστικό. Σ' αυτήν την κατεύθυνση καλούμαστε να δημιουργήσουμε μια νέα σχέση των πολιτών με τον χώρο που θα τον οικειοποιούνται σύμφωνα με τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους κι όχι σύμφωνα με τη λογική του κέρδους και της εμπορευματοποίησης, που μέσα σ' άλλα είναι υπεύθυνη και για μεγάλες οικολογικές καταστροφές. Καταλύτης όλων αυτών των διεργασιών καλείται να γίνει και το νεολαιίστικο κίνημα που πέρα των διεκδικήσεων θα προτάσσει ένα καθημερινό αντιπαράδειγμα συμμετοχής και οργάνωσης, στην κατεύθυνση της συγκρότησης νέων κοινωνικών υποκειμένων που θα αναλάβουν την υπόθεση του κοινωνικού μετασχηματισμού.

Ιδιαίτερης σημασίας είναι ο αγώνας για δικαιώματα και ελευθερίες προκειμένου να αντιστραφεί το αρνητικό πλαίσιο που διαμόρφωσε η ακραία καταστολή των τελευταίων χρόνων και να λειτουργήσει προωθητικά για τις παραπάνω διεκδικήσεις. Φυσικά, μέσα σε έναν ρευστό και παράλληλα παγωμένο χωροχρόνο, όπου το “οικονομικό” επικαθορίζει τα πάντα, τα δημοκρατικά δικαιώματα, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ισότητα και η ελευθερία παραγκωνίζονται στην ατζέντα της Αριστεράς, κυβερνώσας ή μη. Η προώθηση του δημοκρατικού μετασχηματισμού διαμορφώνει και το στίγμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και αποτελεί τον πυρήνα του αντιπαραθετικού μας σχεδίου για την οργάνωση των κοινωνιών. Ειδικά αυτές οι διεκδικήσεις που αμφισβητούν τις αυταρχικότερες πτυχές του κράτους φέρνουν την κοινωνία αλλά και μια αριστερή κυβέρνηση που θέλει να συμπυκνώνει τους αγώνες της, σε ευθεία αντιπαράθεση με το αυθεντικότερο κόμμα του καπιταλισμού, το κράτος, κάνοντας επιτακτική την αντιπολίτευση σε αυτό και τους μηχανισμούς του. Να εκμεταλλευτούμε, λοιπόν, τις δυναμικές που απελευθερώνει αυτή η σύγκρουση για να ξεδιπλώσουμε έναν κόσμο που θα καταργεί την εκμετάλλευση από άνθρωπο σε άνθρωπο.




Θεωρούμε ότι μόνο με την ανάληψη πρωτοβουλιών διεκδίκησης και δράσης στο σήμερα, μόνο με την διαμόρφωση εκείνου του κοινωνικοπολιτικού ρεύματος που θα αποτελέσει τον κορμό της προωθητικής αντιπολίτευσης στην αριστερή κυβέρνηση μπορούν να προχωρήσουν τα πράγματα.







Αναδημοσίευση απ την nowtopia, περιοδική έκδοση της Αριστερής Ενότητας Φιλοσοφικής






Πέμπτη, 7 Μαΐου 2015

Προτάσεις της Αριστερής Ενότητας για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση

Το κείμενο «Προτάσεις της Αριστερής Ενότητας για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση» αποτελεί την απόληξη μια σειράς θεματικών επεξεργασιών των επιμέρους σχημάτων μας. Μέσα από συζήτηση, συνδιαμόρφωση και τελικά αποδοχή η πανελλαδική συνάντηση της δικτύωσης  σχημάτων της Αριστερής Ενότητας (που έλαβε χώρα στις 21-22 Μαρτίου 2015 στην ΑΣΟΕΕ) μέσω μιας διαδικασίας που απονέμει μία ψήφο σε κάθε σχήμα, σύμφωνα και με την απόφαση του πανελλαδικού της προηγούμενης χρονιάς, εκτός από το κείμενο απόφασης κατέληξε και στα σημεία που περιγράφει το συγκεκριμένο έντυπο. 

Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

Μία ψήφος μόνο φτάνει δημοκράτη να με κάνει (;)




Who is who
H Αριστερή Ενότητα είναι μία δικτύωση αυτόνομων αριστερών σχημάτων με πολιτική και συνδικαλιστική δράση εντός του πανεπιστημίου. Αποτελεί μία ανοιχτή συλλογικότητα με οριζόντιες διαδικασίες, που προασπίζεται την ενότητα της Αριστεράς και του κινήματος και που συνδέεται οργανικά με τα κοινωνικά κινήματα και την ριζοσπαστική αριστερά. Προσπαθώντας να κτίσουμε το πανεπιστήμιο των αναγκών μας αλλά και την κοινωνία των ονείρων μας, παλεύουμε για τον μετασχηματισμό του κοινωνικού μας χώρου και δίνουμε τις μάχες της γενιάς μας με στρατηγική επιλογή τη δημοκρατία.
Που βρισκόμαστε;
Στις 25 του Γενάρη ήρθαν να αποτυπωθούν υπό την μορφή μιας πολιτικής ανατροπής στην Ελλάδα οι διάφορες κοινωνικές και κινηματικές διεργασίες που είχαν λάβει χώρα τα τελευταία χρόνια του μνημονιακού καθεστώτος. Η εκλογή του ΣΥ.ΡΙΖ.Α στην κυβέρνηση της χώρας αποτέλεσε μια έμπρακτη αμφισβήτηση εκ μέρους του ελληνικού εκλογικού σώματος των πολιτικών της ακραίας λιτότητας και της κανονικοποίησης του κράτους έκτακτης ανάγκης. Και στα δύο μέτωπα παρουσιάζονται περιορισμοί και υποχωρήσεις (π.χ. κατάλυση ασύλου, αναβολή κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ), ταυτόχρονα όμως και στα δύο μέτωπα παρουσιάζονται σημαντικά προχωρήματα (π.χ. 100 δόσεις, νομοσχέδιο για φυλακές, νομοσχέδιο για ανθρωπιστική κρίση, επαναλειτουργία ΕΡΤ). Σε κάθε περίπτωση αυτή η πολιτική ανατροπή, μαζί με την απαραίτητη άνθηση των κινημάτων, οφείλει να εξυπηρετήσει την ανάγκη για αξιοποίηση και περαιτέρω διεύρυνση των αντιφάσεων και ρηγμάτων εντός του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου νεοφιλελεύθερου στρατοπέδου.
Η ιστορική αυτή ευτυχής αλλαγή εντούτοις δεν ήρθε να λήξει τίποτα. Ούτε την ταξική πάλη, ούτε την αντιφασιστική – αντιρατσιστική – αντισεξιστική. Τα συντηρητικά αντανακλαστικά και τα νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα επί παντός επιστητού είναι εδώ, καλά θρονιασμένα σε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, και είναι δουλειά των διαφόρων κινημάτων να τα διαγνώσουν και να τα μετασχηματίσουν.
Το πανεπιστήμιο
Το πανεπιστήμιο, αν και οργανικό κομμάτι της κοινωνίας, αποτελούσε ανέκαθεν μια ιδιαίτερη συνθήκη. Στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε την κατάσταση στο πανεπιστήμιο του σήμερα και στη συνέχεια να δούμε τον δικό μας ρόλο μέσα σε αυτό ως φοιτητές και φοιτήτριες δεν μπορούμε παρά να στρέψουμε το βλέμμα έξω από αυτό και συγκεκριμένα στις πολιτικές που εφαρμόστηκαν τα προηγούμενα χρόνια. Η καπιταλιστική κρίση και οι μνημονιακές πολιτικές που την εμβάθυναν οδήγησαν στην ανεργία και την κοινωνική εξαθλίωση τη μεγαλύτερη μερίδα του πληθυσμού, ενώ ισχυρότατη ήταν και η επίθεση που δέχτηκε η νεολαία. Τα εργασιακά δικαιώματα διαλύθηκαν ενώ δημιουργήθηκαν οι πιο γόνιμες συνθήκες για την άνοδο του φασισμού. Συγκεκριμένα σε ό,τι αφορά την Τριτοβάθμια εκπαίδευση και το μετασχηματισμό που της έμελλε να υποστεί, ώστε να είναι πλήρως εναρμονισμένη με τα νεοφιλελεύθερα συμφέροντα, ο κατάλογος είναι μακρύς και κρατάει χρόνια.
Ήταν το έτος 1999 και το τοπίο ευρωπαϊκό ότν υπογράφηκε η συνθήκη της Μπολόνια, που στόχευε στην κατάτμηση των ακαδημαϊκών αντικειμένων και την κρατική υποχρηματοδότηση των πανεπιστημίων. Με οδηγό το ιδιωτικό κεφάλαιο και συνοδηγό τις μνημονιακές κυβερνήσεις, στην Ελλάδα η εφαρμογή της συνθήκης ονομάστηκε νόμος-πλαίσιο και οι υπογράφοντες αυτής Διαμαντοπούλου και Αρβανιτόπουλος. Και κάπως έτσι αρχίσαμε να μετράμε τα χρόνια των σπουδών μας, τα δωρεάν συγγράμματα, ακόμα και τα δόντια μας πολλές φορές και να μας βγαίνουνε μισά. Η αγορά την οποία όφειλε πλέον να υπηρετεί και το ελληνικό πανεπιστήμιο ζητούσε από τους φοιτητές-πελάτες της την απόκτηση δεξιοτήτων χωρίς συγκεκριμένο επιστημονικό υπόβαθρο. Παράλληλα, δεν έλειψαν οι περικοπές στη φοιτητική μέριμνα, οι ιδιωτικοποιήσεις και η εισαγωγή εργολαβιών στο πανεπιστήμιο που οδηγούσαν ευθέως στη μετάλλαξη του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα του πανεπιστημίου. Η μετάλλαξη βέβαια του πανεπιστημίου δεν έμεινε μόνο στους ταξικούς φραγμούς που επιβλήθηκαν αλλά πέρασε και στην εναρμόνιση του με το δόγμα «νόμος και τάξη».
Την προσωποποίηση αυτού του δόγματος αποτέλεσε ο πρώην πρύτανης του ΕΚΠΑ Θ. Φορτσάκης. Εκτός από την πρωτοφανή καταστολή που επέβαλε, προσπάθησε να διαλύσει τις συλλογικές διαδικασίες του φοιτητικού σώματος. Ουσιαστικά, η αυταρχική επιβολή αυτής της αρχής, ότι δηλαδή η πολιτική εντός του πανεπιστημίου είναι μια παθογένεια προς θεραπεία, επιχειρούσε να διαμορφώσει μια νέα ταυτότητα φοιτητή εμποτισμένου από όλα τα νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα περί «ατομικού δρόμου», τεχνοκρατισμού και ορθολογικότητας. Ιδεολογική επίθεση που υπήρξε αλληλοσυμπληρούμενη με την ολοένα και επεκτεινόμενη ιδιωτικοποίηση πτυχών του πανεπιστημίου το προηγούμενο διάστημα.
Το έργο της γείωσης αυτών των ιδεολογημάτων και πολιτικών και της εξασφάλισης συναίνεσης για την εφαρμογή τους ανέλαβαν επί χρόνια οι καθεστωτικές παρατάξεις της ΔΑΠ και της ΠΑΣΠ με κυριότερο εργαλείο τους την απαξίωση των συλλογικών πολιτικών διαδικασιών των συλλόγων.
Τι θέλουμε τελοσπάντων;
Το πανεπιστήμιο δεν είναι χώρος προσωρινός, των μαθημάτων και των εξεταστικών. Είναι μια χρονική περίοδος και ένας χώρος που μας διαμορφώνει και μας σημαδεύει. Με αυτήν την έννοια, αξίζει να παλεύουμε να τον φτιάξουμε σύμφωνα με τις ανάγκες μας. Ανάγκες όμως που δεν εξαντλούνται στη δωρεάν και δημόσια παιδεία. Πράγματι η υπεράσπιση του καθολικού δικαιώματος στην παιδεία δεν είναι ζήτημα εμμονής κι αναξιοκρατίας: είναι ζήτημα δημοκρατίας και ίσων ευκαιριών που εξασφαλίζονται με δωρεάν σίτιση, στέγαση, συγγράμματα και μεταφορές. Παρόλα αυτά, οι ανάγκες των φοιτητών/τριών δεν εξαντλούνται και δεν πρέπει να εξαντλούνται στη δωρεάν μέριμνα προκειμένου να σπουδάζουν απρόσκοπτα. Αλλά και στην κατοχή των μέσων για να οικοδομούν απρόσκοπτα και μια καλύτερη κοινωνία. Κι αυτό καθιστά απαραίτητη τη δημοκρατία σε όλο το φάσμα των διαδικασιών εντός της πανεπιστημιακής κοινότητας και την ύπαρξη μιας συλλογικής δημόσιας σφαίρας. Τόσο τα όργανα διοίκησης του πανεπιστημίου όσο και οι Γενικές Συνελεύσεις των Συλλόγων πρέπει να γίνουν κύτταρα φοιτητικής συμμετοχής και αλληλεπίδρασης των ατόμων που συγκροτούν το φοιτητικό σώμα. Το τριτοβάθμιο όργανο, την δημιουργία του οποίου πρέπει να διεκδικήσουμε το επόμενο διάστημα, θα παρέχει νέα πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης και οργάνωσης του φοιτητικού κινήματος.
Με αυτήν την έννοια, το πανεπιστήμιο είναι και χώρος πολιτικοποίησης και κοινωνικοποίησης. Ένα πανεπιστήμιο δομημένο σύμφωνα με τις ανάγκες των φοιτητών/τριών έχει ως συγκροτητικό του στοιχείο χώρους ελευθερίας για φοιτητικές πρωτοβουλίες κοινωνικού – πολιτιστικού περιεχομένου. Από βιβλιοθήκες μέχρι δίκτυα αλληλεγγύης. Αυτή η διάσταση περιλαμβάνει και τους αγώνες, φοιτητικούς και κοινωνικούς, που επιλέγουν το πανεπιστήμιο ως κέντρο αγώνα, λόγω της συμβολικής και ιστορικής του σημασίας, και στόχο έχουν την υπεράσπιση των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των αδικημένων. Αυτονόητο είναι πως το άσυλο θα πρέπει να μείνει απαράβατο υπό την υπεράσπιση των δομών της ακαδημαϊκής κοινότητας.
Το πανεπιστήμιο όμως δεν είναι και δεν μπορεί να είναι μια όαση στην έρημο της κοινωνίας. Οι αγώνες για την οικοδόμηση του πανεπιστημίου των αναγκών μας πρέπει να συνδεθούν με τους αγώνες για την κοινωνία των ονείρων μας. Ακόμα και στο πλαίσιο αυτό της συντελεσμένης ανατροπής στο εγχώριο πολιτικό επίπεδο τίποτα δεν έχει τελειώσει οριστικά. Το διεθνές σκηνικό, όπως και το εγχώριο αστικό μπλοκ με τις διάφορες εκφάνσεις του, είναι σε μεγάλο βαθμό δυστοπικό χωρίς να λείπουν βεβαίως οι ρωγμές. Αυτές τις ρωγμές οφείλουν με ανυποχώρητους αγώνες τα κινήματα να διευρύνουν και να αξιοποιήσουν μέχρι να διαλυθεί ολοσχερώς το νεοφιλελεύθερο και ακροδεξιό μωσαϊκό.
Αγώνες μαζικοί, οργανωμένοι δημοκρατικά, που θα στοχεύουν στον συνολικό και ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό αλλά ταυτόχρονα δεν θα αμελούν να στήνουν νίκες και στο σήμερα. Με θετικά προτάγματα, αφήνοντας πίσω τον αμυντισμό, παίρνοντας ό,τι μας αξίζει!
Ο τίτλος
Η απάντηση είναι όχι. Κι αυτό γιατί η δημοκρατία δεν είναι εργαλείο προς χρήση αλλά προϋπόθεση και συνθήκη της κοινωνίας που ονειρευόμαστε να οικοδομήσουμε. Γιατί η δημοκρατία δεν είναι ευκαιριακός τακτικισμός αλλά στρατηγική επιλογή για το πώς οργανωνόμαστε και αγωνιζόμαστε συλλογικά. Με αυτή την έννοια, μια ψήφος μόνο δεν φτάνει δημοκράτη να σε κάνει. Σου δίνει μάλλον την ευκαιρία. Από εκεί και πέρα πρέπει να συμμετέχεις, να συζητάς, να ενημερώνεσαι, να αγωνίζεσαι. Άλλωστε η δημοκρατία δεν είναι κατάσταση αλλά διακύβευμα και επομένως η εγρήγορση όρος ύπαρξης της.








Το μέλλον είναι στα χέρια μας!




Δημιουργούμε το Πανεπιστήμιο των αναγκών μας
Οργανώνουμε την κοινωνική αντεπίθεση




Στις 13 Μαΐου συμμετέχουμε
στηρίζουμε-ψηφίζουμε




Ψυχανάλυση και πολιτικό


Ο ψυχίατρος Θανάσης Τζαβάρας στην προσπάθειά του να ορίσει την σχέση Ψυχανάλυσης και Αριστεράς δίνει σε αυτήν τη μορφή του μοργανατικού γάμου. Πρόκειται για ένα κοινωνικό φαινόμενο της παλιάς εποχής όπου ένας βασιλιάς ή κάποιος της ανώτερης κοινωνικής τάξης παντρεύεται μια κοινή θνητή και κάνουν ένα συμβόλαιο ότι τα παιδιά που θα προκύψουν, όπως και η μητέρα τους, δεν έχουν δικαίωμα στην περιουσία και στους τίτλους του πατέρα.



Η ψυχανάλυση μπήκε δυναμικά στο διεθνές προσκήνιο μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα ψυχολογικά τραύματα των στρατιωτών που έζησαν την φρικαλαιότητα του πολέμου. Στην Ελλάδα εμφανίστηκε τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα ως ένας επαναστατικός νεωτερισμός. Ο Φρόιντ, προτείνοντας μια θεωρία που αντιμετωπίζει την σεξουαλικότητα ως δομικό στοιχείο της προσωπικότητας ήδη από την βρεφικλη ηλικία, συγκρουόταν με τα στερεότυπα της εποχής του. Η φροϋδική σχολή της ψυχανάλυσης μπόρεσε να ξεχωρίσει αυτό το οποίο μας είναι εφικτό και απτό, το συνειδητό, από οτιδήποτε μας είναι κρυφό ή απόκρυφο, το ασυνείδητο. Η ύπαρξη των δύο αυτών τόπων μας προτρέπει να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα όχι μόνο υπό το πρίσμα της φυσικής αλλά και της ψυχικής πραγματικότητας. Επιπλέον στο κλινικό πεδίο η ψυχανάλυση, ως ένα από τα πεδία της κύριας απελευθέρωσης του υποκειμένου, δημιούργησε την δυνατότητα το υποκείμενο να κείται ως υποκείμενο απέναντι στον γιατρό, στον γνώστη, στον θεραπευτή και έτσι να έχει τον δικό του λόγο και τα δικά του δικαιώματα. Κάπως έτσι κατανοούμε και την θέση του Φρόιντ πως η ψυχανάλυση είναι από μόνη της αρκετα επαναστατική για να μην έχει ανάγκη να δανειστεί ιδεολογίες για την επανάσταση.

Η ψυχανάλυση είχε αρχικά φανταστεί τον εαυτό της ως ένα κίνημα για την αλλαγή του υποκειμένου. Το υποκειμενικό, όμως, βρίσκεται πάντα σε σχέση με το κοινωνικό, μέσω των ταυτίσεων και των καθηλώσεων που προκύπτουν από τον ουσιώδη ρόλο του κοινωνικού περίγυρου. Αυτό που φαίνεται αρχικά ως αποκλειστικά ατομικό κρύβει πάντα μια κοινωνική δυναμική, όπως κάθε κοινωνική επιταγή και πολιτική ρύθμιση έχει ανάγκη την υποκειμενική εγγραφή της. Ο ψυχαναλυτικός δεσμός, λοιπόν, προϋποθέται τον κοινωνικό δεσμό του λόγου, όπως ακριβώς και το σύμπτωμα σχετίζεται με την δυσφορία στον πολιτισμό, καθιστώντας την ανάλυση ως κοινωνική σχέση. Έτσι, ο Λακάν στην διδακτορική του διατριβή θεωρεί ως σημαντικά στοιχεία στην εκδήλωση των ψυχώσεων μια σειρά από δυναμικές εντάσεις του κοινωνικού πεδίου ενώ στο στις δεκαετίες του '60 και '70 το έργο του αμφισβητεί την ίδια την διάκριση ατομικού και κοινωνικου και την αντίληψη για το υποκείμενο ως φορέα μιας ιστορικής νομοτέλειας. Γίνεται κατανοητό πως οι υποκειμενικοποιημένες ιδεολογικές καθηλώσεις δεν αλλάζουν τόσο εύκολα καθώς και ότι η συνειδητή συγκατάθεση ακόμα και σε ένα όραμα κοινωνικής αλλαγής δεν οδηγεί απαραίτητα στη συνεπή δράση και την οριστική μεταστροφή.

Ο Λακάν δίνει έμφαση στο υποκείμενο που καθορίζεται από τη σχέση του με την απόλαυση. Διότι η επιθυμία ριζώνει στη φαντασίωση, δηλαδή στο ενδόμυχο σενάριο που την υποστηρίζει και προσκομίζει απόλαυση. Η φαντασίωση είναι πάντα διεστραμμένη. Δεν ευχαριστεί, αλλά ικανοποιεί. Αυτό σημαίνει πως επιφέρει μια ασυνείδητη ικανοποίηση που αντιτίθεται στη συνειδητή βούληση του καθενός για ευχαρίστηση. Επίδικο της ψυχανάλυσης είναι να αποκτήσει το ίδιο το υποκείμενο την εμπειρία αυτής της ανωμαλίας, προκειμένου να οδηγηθεί στην υπέρβασή της, δηλαδή στον αποχωρισμό της, ώστε να μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε μια βιώσιμη σχέση με την επιθυμία και την απόλαυση. Από τη φύση της, η απόλαυση είναι αδύνατη. Δεν είναι ποτέ κατάλληλη, ούτε τέλεια ούτε οριστική. Αποτυγχάνει πάντα. Επομένως, ο σκοπός της πολιτικής δεν νοείται ως επίλυση αυτής της ουσιώδους μιζέριας της ανθρώπινης κατάστασης. Διότι, παραδόξως, αυτή η μιζέρια είναι συνάμα συνώνυμο ζωής. Μπορεί μεν να αντιμετωπίζεται τρόπον τινά εντός κοινωνίας αλλά ουσιαστικά αποτελεί ζήτημα του καθενός ξεχωριστά. Αυτή η μιζέρια δεν συλλογικοποιείται.

Η ψυχανάλυση ως θεωρία και ως πρακτική ορίζει μια ηθική που απαιτεί ο καθένας και η καθεμία να αναλαμβάνει την ευθύνη του ασυνειδήτου τους. Η ηθική της συνίσταται στο να επιτρέψει σε όσους απευθύνονται σε αυτή να δώσουν μια άξια απάντηση στο αδύνατον που εδρεύει στην καρδιά του ανθρώπου και που σχετίζεται με την απόλαυσή του. Όχι για να την αρνηθούν ούτε για να ενδώσουν σε αυτή βυθισμένοι στην αισχρότητα και την οδύνη, αλλά για να καταστήσουν το αδύνατο της απόλαυσης το έρεισμα που υποστηρίζει την ζωή και την κάνει βιώσιμη. Δηλαδή επιθυμητή.



Ο Ζίζεκ θεωρεί ότι ο συνδυασμός της λακανικής ψυχανάλυσης με τον μαρξισμό δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα που μπορεί να αμφισβητήσει τις ίδιες τις προϋποθέσεις του κυκλώματος του κεφαλαίου. Ο Λακλάου και η Μουφ θεωρούν πως προσφέρει μια σειρά από εργαλεία για την ανανέωση της θεωρίας της ηγεμονίας. Η λακανική αριστερά μπορεί να αναδιατυπώσει προβλήματα όπως η ιδεολογική καθήλωση, έτσι ώστε να καταστήσει περισσότερο δυνατή την υπόθεση της κοινωνικής αλλαγής και την μετάθεση, όχι την εξαφάνιση, των κοινωνικών συμπτωμάτων. Γι αυτό ακριβώς κάθε πραγματική αλλαγή οφείλει να εμπλέξει εμάς τους ίδιους, ως κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα, στο επίπεδο της πιο θεμελιακής ευθύνης για την επιθυμία και την απόλαυσή μας.


Κατά την διάρκεια των συμβάντων του Μάη του '68, οι συνομιλητές του Λακάν διατυπώνοντας το ερώτημα “τι περιμένει η επανάσταση από μας” ανέμεναν με έναν μαγικό τρόπο η θεωρία να μετασχηματιστεί σε πράξη και οι ψυχαναλυτές σε οργανικούς διανοούμενους της επαναστατικής αλλαγής. Το χάσμα όμως θεωρίας και πράξης είναι ένα χάσμα που μας σημαδεύει όλους και όλες και έχει αναφορά στο θεμελιώδες χάσμα ανάμεσα στην γνώση και την επιθυμία, την γλώσσα και την απόλαυση, το συνειδητό και το ασυνείδητο. Αυτό το χάσμα καλούμαστε να αναδείξουμε και να διεργαστούμε και ίσως το αδύνατο της “τέλειας” επανάστασης, όπως αυτό της απόλαυσης, να είναι αυτό που μας κάνει να συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε, να επιθυμούμε την ζωή.  

Αναδημοσίευση απ την nowtopia, περιοδική έκδοση της Αριστερής Ενότητας Φιλοσοφικής