Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

Ψυχανάλυση και πολιτικό


Ο ψυχίατρος Θανάσης Τζαβάρας στην προσπάθειά του να ορίσει την σχέση Ψυχανάλυσης και Αριστεράς δίνει σε αυτήν τη μορφή του μοργανατικού γάμου. Πρόκειται για ένα κοινωνικό φαινόμενο της παλιάς εποχής όπου ένας βασιλιάς ή κάποιος της ανώτερης κοινωνικής τάξης παντρεύεται μια κοινή θνητή και κάνουν ένα συμβόλαιο ότι τα παιδιά που θα προκύψουν, όπως και η μητέρα τους, δεν έχουν δικαίωμα στην περιουσία και στους τίτλους του πατέρα.



Η ψυχανάλυση μπήκε δυναμικά στο διεθνές προσκήνιο μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα ψυχολογικά τραύματα των στρατιωτών που έζησαν την φρικαλαιότητα του πολέμου. Στην Ελλάδα εμφανίστηκε τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα ως ένας επαναστατικός νεωτερισμός. Ο Φρόιντ, προτείνοντας μια θεωρία που αντιμετωπίζει την σεξουαλικότητα ως δομικό στοιχείο της προσωπικότητας ήδη από την βρεφικλη ηλικία, συγκρουόταν με τα στερεότυπα της εποχής του. Η φροϋδική σχολή της ψυχανάλυσης μπόρεσε να ξεχωρίσει αυτό το οποίο μας είναι εφικτό και απτό, το συνειδητό, από οτιδήποτε μας είναι κρυφό ή απόκρυφο, το ασυνείδητο. Η ύπαρξη των δύο αυτών τόπων μας προτρέπει να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα όχι μόνο υπό το πρίσμα της φυσικής αλλά και της ψυχικής πραγματικότητας. Επιπλέον στο κλινικό πεδίο η ψυχανάλυση, ως ένα από τα πεδία της κύριας απελευθέρωσης του υποκειμένου, δημιούργησε την δυνατότητα το υποκείμενο να κείται ως υποκείμενο απέναντι στον γιατρό, στον γνώστη, στον θεραπευτή και έτσι να έχει τον δικό του λόγο και τα δικά του δικαιώματα. Κάπως έτσι κατανοούμε και την θέση του Φρόιντ πως η ψυχανάλυση είναι από μόνη της αρκετα επαναστατική για να μην έχει ανάγκη να δανειστεί ιδεολογίες για την επανάσταση.

Η ψυχανάλυση είχε αρχικά φανταστεί τον εαυτό της ως ένα κίνημα για την αλλαγή του υποκειμένου. Το υποκειμενικό, όμως, βρίσκεται πάντα σε σχέση με το κοινωνικό, μέσω των ταυτίσεων και των καθηλώσεων που προκύπτουν από τον ουσιώδη ρόλο του κοινωνικού περίγυρου. Αυτό που φαίνεται αρχικά ως αποκλειστικά ατομικό κρύβει πάντα μια κοινωνική δυναμική, όπως κάθε κοινωνική επιταγή και πολιτική ρύθμιση έχει ανάγκη την υποκειμενική εγγραφή της. Ο ψυχαναλυτικός δεσμός, λοιπόν, προϋποθέται τον κοινωνικό δεσμό του λόγου, όπως ακριβώς και το σύμπτωμα σχετίζεται με την δυσφορία στον πολιτισμό, καθιστώντας την ανάλυση ως κοινωνική σχέση. Έτσι, ο Λακάν στην διδακτορική του διατριβή θεωρεί ως σημαντικά στοιχεία στην εκδήλωση των ψυχώσεων μια σειρά από δυναμικές εντάσεις του κοινωνικού πεδίου ενώ στο στις δεκαετίες του '60 και '70 το έργο του αμφισβητεί την ίδια την διάκριση ατομικού και κοινωνικου και την αντίληψη για το υποκείμενο ως φορέα μιας ιστορικής νομοτέλειας. Γίνεται κατανοητό πως οι υποκειμενικοποιημένες ιδεολογικές καθηλώσεις δεν αλλάζουν τόσο εύκολα καθώς και ότι η συνειδητή συγκατάθεση ακόμα και σε ένα όραμα κοινωνικής αλλαγής δεν οδηγεί απαραίτητα στη συνεπή δράση και την οριστική μεταστροφή.

Ο Λακάν δίνει έμφαση στο υποκείμενο που καθορίζεται από τη σχέση του με την απόλαυση. Διότι η επιθυμία ριζώνει στη φαντασίωση, δηλαδή στο ενδόμυχο σενάριο που την υποστηρίζει και προσκομίζει απόλαυση. Η φαντασίωση είναι πάντα διεστραμμένη. Δεν ευχαριστεί, αλλά ικανοποιεί. Αυτό σημαίνει πως επιφέρει μια ασυνείδητη ικανοποίηση που αντιτίθεται στη συνειδητή βούληση του καθενός για ευχαρίστηση. Επίδικο της ψυχανάλυσης είναι να αποκτήσει το ίδιο το υποκείμενο την εμπειρία αυτής της ανωμαλίας, προκειμένου να οδηγηθεί στην υπέρβασή της, δηλαδή στον αποχωρισμό της, ώστε να μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε μια βιώσιμη σχέση με την επιθυμία και την απόλαυση. Από τη φύση της, η απόλαυση είναι αδύνατη. Δεν είναι ποτέ κατάλληλη, ούτε τέλεια ούτε οριστική. Αποτυγχάνει πάντα. Επομένως, ο σκοπός της πολιτικής δεν νοείται ως επίλυση αυτής της ουσιώδους μιζέριας της ανθρώπινης κατάστασης. Διότι, παραδόξως, αυτή η μιζέρια είναι συνάμα συνώνυμο ζωής. Μπορεί μεν να αντιμετωπίζεται τρόπον τινά εντός κοινωνίας αλλά ουσιαστικά αποτελεί ζήτημα του καθενός ξεχωριστά. Αυτή η μιζέρια δεν συλλογικοποιείται.

Η ψυχανάλυση ως θεωρία και ως πρακτική ορίζει μια ηθική που απαιτεί ο καθένας και η καθεμία να αναλαμβάνει την ευθύνη του ασυνειδήτου τους. Η ηθική της συνίσταται στο να επιτρέψει σε όσους απευθύνονται σε αυτή να δώσουν μια άξια απάντηση στο αδύνατον που εδρεύει στην καρδιά του ανθρώπου και που σχετίζεται με την απόλαυσή του. Όχι για να την αρνηθούν ούτε για να ενδώσουν σε αυτή βυθισμένοι στην αισχρότητα και την οδύνη, αλλά για να καταστήσουν το αδύνατο της απόλαυσης το έρεισμα που υποστηρίζει την ζωή και την κάνει βιώσιμη. Δηλαδή επιθυμητή.



Ο Ζίζεκ θεωρεί ότι ο συνδυασμός της λακανικής ψυχανάλυσης με τον μαρξισμό δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα που μπορεί να αμφισβητήσει τις ίδιες τις προϋποθέσεις του κυκλώματος του κεφαλαίου. Ο Λακλάου και η Μουφ θεωρούν πως προσφέρει μια σειρά από εργαλεία για την ανανέωση της θεωρίας της ηγεμονίας. Η λακανική αριστερά μπορεί να αναδιατυπώσει προβλήματα όπως η ιδεολογική καθήλωση, έτσι ώστε να καταστήσει περισσότερο δυνατή την υπόθεση της κοινωνικής αλλαγής και την μετάθεση, όχι την εξαφάνιση, των κοινωνικών συμπτωμάτων. Γι αυτό ακριβώς κάθε πραγματική αλλαγή οφείλει να εμπλέξει εμάς τους ίδιους, ως κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα, στο επίπεδο της πιο θεμελιακής ευθύνης για την επιθυμία και την απόλαυσή μας.


Κατά την διάρκεια των συμβάντων του Μάη του '68, οι συνομιλητές του Λακάν διατυπώνοντας το ερώτημα “τι περιμένει η επανάσταση από μας” ανέμεναν με έναν μαγικό τρόπο η θεωρία να μετασχηματιστεί σε πράξη και οι ψυχαναλυτές σε οργανικούς διανοούμενους της επαναστατικής αλλαγής. Το χάσμα όμως θεωρίας και πράξης είναι ένα χάσμα που μας σημαδεύει όλους και όλες και έχει αναφορά στο θεμελιώδες χάσμα ανάμεσα στην γνώση και την επιθυμία, την γλώσσα και την απόλαυση, το συνειδητό και το ασυνείδητο. Αυτό το χάσμα καλούμαστε να αναδείξουμε και να διεργαστούμε και ίσως το αδύνατο της “τέλειας” επανάστασης, όπως αυτό της απόλαυσης, να είναι αυτό που μας κάνει να συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε, να επιθυμούμε την ζωή.  

Αναδημοσίευση απ την nowtopia, περιοδική έκδοση της Αριστερής Ενότητας Φιλοσοφικής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου